Saturday, 23 October 2010
"Μόνο στα όνειρά μας είμαστε αληθινοί, γιατί όλα τα άλλα, από τη στιγμή που πραγματοποιούνται, ανήκουν στον κόσμο και σ' όλους τους ανθρώπους. Αν κάποιο όνειρό μου έπαιρνε σάρκα και οστά, θα το ζήλευα, γιατί θα με είχε απατήσει επιτρέποντας στον εαυτό του να πραγματοποιηθεί. [...] Όλα είναι θέατρο. Κι αν θέλω την αλήθεια, ας ξαναπιάσω το μυθιστόρημά μου." ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΑΝΗΣΥΧΙΑΣ
Tuesday, 19 October 2010
Sunday, 3 October 2010
Η ΜΙΚΡΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
«Σύμφωνα με τον Όσκαρ Ουαιλντ, κάθε φορά που ερωτευόμαστε, απαιτείται να θριαμβεύσει η ελπίδα επί της αυτογνωσίας. Ερωτευόμαστε ελπίζοντας ότι δεν θα βρούμε στον άλλο όσα γνωρίζουμε ότι ενυπάρχουν σε μας: τη δειλία, την αδυναμία, την οκνηρία, την ανειλικρίνεια, τους συμβιβασμούς, την ωμή βλακεία. Κυκλώνουμε σε ένα ερωτικό σιρίτι τον καλό μας ή την καλή μας, και αποφασίζουμε πως, κατά κάποιον απροσδιόριστο τρόπο, ότι περικλείεται από αυτό δεν θα βαρύνεται από τα δικά μας ελαττώματα και άρα θα είναι αξιέραστο. Βρίσκουμε στο προσφιλές μας πρόσωπο μια τελειότητα που αδυνατούμε να την διακρίνουμε στον εαυτό μας και ελπίζουμε ότι, μέσω της ένωσης μας μαζί του, κάπως θα γίνει και θα καταφέρουμε να διατηρήσουμε (παρά τις αντενδείξεις της αυτογνωσίας μας) μια έστω επισφαλή πίστη στο ανθρώπινο γένος.»
«Ο Άμπερ Κάμυ υποστήριξε ότι ερωτευόμαστε επειδή οι άλλοι, έξωθεν, δείχνουν πλήρεις, σωματικά και συναισθηματικά ακέραιοι, ενώ εμείς έσωθεν νιώθουμε σκόρπιοι, μπερδεμένοι. Επειδή δεν έχουμε συνεκτική αφηγηματική δομή και σταθερή ταυτότητα, σαφή κατεύθυνση και συνάφεια περιεχομένου, καλλιεργούμε την ψευδαίσθηση ότι όλα αυτά ενυπάρχουν στον άλλο.»
«Συνήθως υπάρχει κάποια στιγμή μαρξισμού στις περισσότερες σχέσεις (το σημείο στο οποίο γίνεται σαφές ότι ο έρωτας ανταποδίδεται ) και η έκβαση της εξαρτάται από την ισορροπία ανάμεσα στην αγάπη και το μίσος που τρέφει καθένας για τον εαυτό του.»
« …Τι έκανα και μου αξίζει έρωτας? Ρωτά ο ταπεινός΄ δεν μπορεί να έκανα κάτι. Τι έκανα και μου στερήθηκε ο έρωτας? Διαμαρτύρεται ο προδομένος, διεκδικώντας αλαζονικά την κτήση του δώρου που δεν δίνεται ποτέ από οφειλή. Και στα δύο ερωτήματα, αυτός που (καλείται να) προσφέρει τον έρωτα μπορεί μόνο να απαντήσει Επειδή είσαι εσύ – απάντηση που ωθεί τον άλλο να αμφιταλαντεύεται επικίνδυνα και απρόβλεπτα μεταξύ μεγαλείου και κατάθλιψης.»
«Από την στιγμή που το ένα μέλος της σχέσης παύει να ενδιαφέρεται, φαίνεται ότι το άλλο μέλος ελάχιστα μπορεί να κάνει για να ανατρέψει την κατάσταση. Όπως και η απόπειρα μας να εμπνεύσουμε έρωτα, η αποχώρηση ασφυκτιά κάτω από ένα πέπλο σιωπής, ανομολόγητη αν και εξίσου κεντρικό ζήτημα : Σε επιθυμώ / Δε σε επιθυμώ – και στις δύο περιπτώσεις το μήνυμα θέλει αιώνες για να αρθρωθεί με λόγια.
Η έλλειψη επικοινωνίας, μάλιστα , συζητιέται ακόμα πιο δύσκολα, εκτός αν και τα δύο μέρη επιθυμούν όντως να την αποκαταστήσουν. Αυτό θέτει τον ερωτευμένο σε απελπιστική κατάσταση : βλέπει ότι ο θεμιτός διάλογος έχει χάσει πια τις χαρές και την γοητεία του, ότι προξενεί μόνο εκνευρισμό. Ακόμη κι αν επιχειρήσει κάποια θεμιτή (τρυφερή) πράξη, η απόπειρα του ασφαλώς ειρωνική, καταπνίγει τον έρωτα καθώς προσπαθεί να τον αναβιώσει.
"Κι έτσι , στο σημείο αυτό ο ερωτευμένος, στην απελπισία του να ξανακερδίσει με κάθε κόστος το προσφιλές πρόσωπο, καταφεύγει στην ερωτική τρομοκρατία, όπως προκύπτει μέσα από ανεπανόρθωτες καταστάσεις, φάσμα ολόκληρο από κόλπα (μούτρα, σκηνές ζηλοτυπίας, ενοχές ) που επιχειρούν με το ξέσπασμα (σε δάκρυα, σε θυμό ή ποιος ξέρει τι ) να εκβιάσουν τον έρωτα του άλλου. Ο τρομοκράτης γνωρίζει ότι δε δύναται να ελπίζει ρεαλιστικά πως θα δει τον έρωτα του να ανταποδίδεται, αλλά η ματαιότητα δε συνιστά πάντα επαρκές αντεπιχείρημα ( ούτε στον έρωτα ούτε στην πολιτική ) . Ορισμένα πράματα λέγονται όχι επειδή θα εισακουστούν, άλλα επειδή έχει σημασία να ειπωθούν".
Μαρξισμός.
Όταν κοιτάζουμε κάποιον [έναν άγγελο] από τη θέση του ερωτευμένου που δεν ανταποδίδεται ο έρωτας μας και φανταζόμαστε ποιες απολαύσεις θα νιώθαμε όντας στον έβδομο ουρανό μαζί του, τείνουμε να παραβλέπουμε ένα σημαντικό κίνδυνο: πόσο σύντομα ενδέχεται τα θέλγητρα του να ωχριάσουν, αν τυχόν ο έρωτας μας ευοδωθεί.
Συχνά ερωτευόμαστε για να γλιτώσουμε από τον εαυτό μας, παίρνοντας θέση δίπλα σ’ ένα πλάσμα που είναι ωραίο, έξυπνο και πνευματώδες όσο άσχημοι, βλάκες και πληκτικοί είμαστε εμείς.
Τι γίνεται όμως αν μια μέρα το πλάσμα εκείνο αλλάξει γνώμη και αποφασίσει να μας ερωτευτεί; Δεν μπορεί, θα υποστούμε σοκ- πως είναι δυνατόν να το θεωρούμε υπέροχο, όπως ελπίζαμε, και να έχει τόσο κακό γούστο, ώστε να εγκρίνει ανθρώπους σαν και εμάς; Εφόσον για να ερωτευτούμε πρέπει να πιστέψουμε ότι το προσφιλές μας πρόσωπο μας υπερβαίνει κατά κάποιον τρόπο, δεν εγείρεται άραγε ένα οξύ παράδοξο όταν μας ανταποδίδει τον έρωτα μας; Ωθούμαστε στο ερώτημα:
« Αν είναι πράγματι τόσο υπέροχος/ η,
πώς είναι δυνατόν να ερωτεύτηκε κάποιον σαν εμένα;»[…]Αν είσαι ερωτευμένος και δεν σου το ανταποδίδουν, μπορεί να πονάς, αλλά είναι ασφαλές, γιατί δε βλάπτεσαι παρά μόνο εσύ, από έναν πόνο προσωπικό, που είναι πικρόγλυκος και τον προκαλείς μόνος σου. Όμως, από τη στιγμή που ο έρωτας σου γίνεται αμοιβαίος, πρέπει να είσαι έτοιμος να εγκαταλείψεις την παθητικότητα του πάσχοντος και να αναλάβεις την ευθύνη ότι μπορείς κι εσύ να πληγώσεις.[…]
«Ο Άμπερ Κάμυ υποστήριξε ότι ερωτευόμαστε επειδή οι άλλοι, έξωθεν, δείχνουν πλήρεις, σωματικά και συναισθηματικά ακέραιοι, ενώ εμείς έσωθεν νιώθουμε σκόρπιοι, μπερδεμένοι. Επειδή δεν έχουμε συνεκτική αφηγηματική δομή και σταθερή ταυτότητα, σαφή κατεύθυνση και συνάφεια περιεχομένου, καλλιεργούμε την ψευδαίσθηση ότι όλα αυτά ενυπάρχουν στον άλλο.»
«Συνήθως υπάρχει κάποια στιγμή μαρξισμού στις περισσότερες σχέσεις (το σημείο στο οποίο γίνεται σαφές ότι ο έρωτας ανταποδίδεται ) και η έκβαση της εξαρτάται από την ισορροπία ανάμεσα στην αγάπη και το μίσος που τρέφει καθένας για τον εαυτό του.»
« …Τι έκανα και μου αξίζει έρωτας? Ρωτά ο ταπεινός΄ δεν μπορεί να έκανα κάτι. Τι έκανα και μου στερήθηκε ο έρωτας? Διαμαρτύρεται ο προδομένος, διεκδικώντας αλαζονικά την κτήση του δώρου που δεν δίνεται ποτέ από οφειλή. Και στα δύο ερωτήματα, αυτός που (καλείται να) προσφέρει τον έρωτα μπορεί μόνο να απαντήσει Επειδή είσαι εσύ – απάντηση που ωθεί τον άλλο να αμφιταλαντεύεται επικίνδυνα και απρόβλεπτα μεταξύ μεγαλείου και κατάθλιψης.»
«Από την στιγμή που το ένα μέλος της σχέσης παύει να ενδιαφέρεται, φαίνεται ότι το άλλο μέλος ελάχιστα μπορεί να κάνει για να ανατρέψει την κατάσταση. Όπως και η απόπειρα μας να εμπνεύσουμε έρωτα, η αποχώρηση ασφυκτιά κάτω από ένα πέπλο σιωπής, ανομολόγητη αν και εξίσου κεντρικό ζήτημα : Σε επιθυμώ / Δε σε επιθυμώ – και στις δύο περιπτώσεις το μήνυμα θέλει αιώνες για να αρθρωθεί με λόγια.
Η έλλειψη επικοινωνίας, μάλιστα , συζητιέται ακόμα πιο δύσκολα, εκτός αν και τα δύο μέρη επιθυμούν όντως να την αποκαταστήσουν. Αυτό θέτει τον ερωτευμένο σε απελπιστική κατάσταση : βλέπει ότι ο θεμιτός διάλογος έχει χάσει πια τις χαρές και την γοητεία του, ότι προξενεί μόνο εκνευρισμό. Ακόμη κι αν επιχειρήσει κάποια θεμιτή (τρυφερή) πράξη, η απόπειρα του ασφαλώς ειρωνική, καταπνίγει τον έρωτα καθώς προσπαθεί να τον αναβιώσει.
"Κι έτσι , στο σημείο αυτό ο ερωτευμένος, στην απελπισία του να ξανακερδίσει με κάθε κόστος το προσφιλές πρόσωπο, καταφεύγει στην ερωτική τρομοκρατία, όπως προκύπτει μέσα από ανεπανόρθωτες καταστάσεις, φάσμα ολόκληρο από κόλπα (μούτρα, σκηνές ζηλοτυπίας, ενοχές ) που επιχειρούν με το ξέσπασμα (σε δάκρυα, σε θυμό ή ποιος ξέρει τι ) να εκβιάσουν τον έρωτα του άλλου. Ο τρομοκράτης γνωρίζει ότι δε δύναται να ελπίζει ρεαλιστικά πως θα δει τον έρωτα του να ανταποδίδεται, αλλά η ματαιότητα δε συνιστά πάντα επαρκές αντεπιχείρημα ( ούτε στον έρωτα ούτε στην πολιτική ) . Ορισμένα πράματα λέγονται όχι επειδή θα εισακουστούν, άλλα επειδή έχει σημασία να ειπωθούν".
Μαρξισμός.
Όταν κοιτάζουμε κάποιον [έναν άγγελο] από τη θέση του ερωτευμένου που δεν ανταποδίδεται ο έρωτας μας και φανταζόμαστε ποιες απολαύσεις θα νιώθαμε όντας στον έβδομο ουρανό μαζί του, τείνουμε να παραβλέπουμε ένα σημαντικό κίνδυνο: πόσο σύντομα ενδέχεται τα θέλγητρα του να ωχριάσουν, αν τυχόν ο έρωτας μας ευοδωθεί.
Συχνά ερωτευόμαστε για να γλιτώσουμε από τον εαυτό μας, παίρνοντας θέση δίπλα σ’ ένα πλάσμα που είναι ωραίο, έξυπνο και πνευματώδες όσο άσχημοι, βλάκες και πληκτικοί είμαστε εμείς.
Τι γίνεται όμως αν μια μέρα το πλάσμα εκείνο αλλάξει γνώμη και αποφασίσει να μας ερωτευτεί; Δεν μπορεί, θα υποστούμε σοκ- πως είναι δυνατόν να το θεωρούμε υπέροχο, όπως ελπίζαμε, και να έχει τόσο κακό γούστο, ώστε να εγκρίνει ανθρώπους σαν και εμάς; Εφόσον για να ερωτευτούμε πρέπει να πιστέψουμε ότι το προσφιλές μας πρόσωπο μας υπερβαίνει κατά κάποιον τρόπο, δεν εγείρεται άραγε ένα οξύ παράδοξο όταν μας ανταποδίδει τον έρωτα μας; Ωθούμαστε στο ερώτημα:
« Αν είναι πράγματι τόσο υπέροχος/ η,
πώς είναι δυνατόν να ερωτεύτηκε κάποιον σαν εμένα;»[…]Αν είσαι ερωτευμένος και δεν σου το ανταποδίδουν, μπορεί να πονάς, αλλά είναι ασφαλές, γιατί δε βλάπτεσαι παρά μόνο εσύ, από έναν πόνο προσωπικό, που είναι πικρόγλυκος και τον προκαλείς μόνος σου. Όμως, από τη στιγμή που ο έρωτας σου γίνεται αμοιβαίος, πρέπει να είσαι έτοιμος να εγκαταλείψεις την παθητικότητα του πάσχοντος και να αναλάβεις την ευθύνη ότι μπορείς κι εσύ να πληγώσεις.[…]
Buying the Whore - anne sexton
You are the roast beef I have purchased
and I stuff you with my very own onion.
You are a boat I have rented by the hour
and I steer you with my rage until you run aground.
You are a glass that I have paid to shatter
and I swallow the pieces down with my spit.
You are the grate I warm my trembling hands on,
searing the flesh until it's nice and juicy.
You stink like my Mama under your bra
and I vomit into your hand like a jackpot
its cold hard quarters
and I stuff you with my very own onion.
You are a boat I have rented by the hour
and I steer you with my rage until you run aground.
You are a glass that I have paid to shatter
and I swallow the pieces down with my spit.
You are the grate I warm my trembling hands on,
searing the flesh until it's nice and juicy.
You stink like my Mama under your bra
and I vomit into your hand like a jackpot
its cold hard quarters
Πηνελόπη Δέλτα
Πηνελόπη Δέλτα: Τώρα μπορώ να πεθάνω
- ...Εγώ δεν κάνω τίποτα και βαριούµαι φοβερά! Να, σήµερα το πρωί, ώσπου να ξυπνήσει ο αδελφός µου, περνούσα και ξαναπερνούσα το χέρι µου µες στις αχτίδες του ήλιου και κοίταζα τα σκονάκια που χοροπηδούσαν, έτσι, για να περνά η ώρα. ∆εν ξέρω πώς να σκοτώσω τις ατέλειωτες ώρες της ηµέρας!
Η Γνώση γέλασε.
- Θες να τις σκοτώσεις ή να τις µεταχειριστείς; ρώτησε.
- Το ίδιο δεν κάνει;
- Όχι! Η ώρα πάντα περνά. Μ' αν κάνεις περιττά πράµατα, τη σκορπάς - ενώ αν κάνεις δουλειές µε σκοπό, τη µεταχειρίζεσαι.
- ∆εν το συλλογίστηκα αυτό ποτέ, είπε συλλογισµένο το Βασιλόπουλο. Και µένα η ώρα µου φαίνεται ατέλειωτη!
- Και όµως η ώρα είναι πολύτιµη, αποκρίθηκε η Γνώση. Σε τι καταγίνεσαι όλη µέρα;
- Σε τίποτα! Σε τι µπορώ να καταγίνω; Ο καθένας ζει και καταγίνεται για τον εαυτό του, κι εγώ δεν έχω ανάγκη από τίποτα.
- Μα ο τόπος σου έχει ανάγκη από σένα.
- Μπα! Ο καθένας φροντίζει για τον εαυτό του και κουτσοζεί.
- Καλά το είπες, πως κουτσοζεί, αποκρίθηκε λυπηµένη η Γνώση. Και ο τόπος σου κουτσοζεί. Το καταδέχεσαι όµως;
- Τι να του κάνω;
- Αν ο καθένας σκέπτουνταν λιγότερο το άτοµο του και δούλευε περισσότερο για το γενικό καλό, θα έβλεπε µια µέρα πως πάλι για τον εαυτό του δούλεψε, και πως αντί να κουτσοζεί, κατάφερε να καλοζεί.
...
(από το "Παραμύθι χωρίς όνομα")
Από ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΑΝΗΣΥΧΙΑΣ
*
1
ΚΑΙ καθώς, σήμερα, αναλογίζομαι τι ήταν η ζωή μου, αισθάνομαι σαν ένα ζωντανό ζωάκι που μεταφέρεται μέσα σ' ένα πανέρι ανάμεσα σε δύο επαρχιακούς σταθμούς. Η εικόνα είναι κουτή, η ζωή όμως που περιγράφει είναι κουτότερη. Τα πανέρια αυτά έχουν συνήθως δυο σκεπάσματα ωοειδή που σηκώνονται ελαφρά από τη μια ή την άλλη στρογγυλεμένη άκρη τους, αν το ζώο τιναχτεί. Όμως το μπράτσο του μεταφορέα, που στηρίζει απαλά την ένωση στη μέση, δεν επιτρέπει σ' αυτό το τόσο αδύναμο πλάσμα παρά να σηκώσει απογοητευμένο τα άχρηστα πόδια του, σαν τα φτερά μιας πεταλούδας που πεθαίνει.
Με την περιγραφή του πανεριού, ξέχασα πως μιλούσα για μένα. Το βλέπω τώρα καθαρά, περασμένο στο παχύ και λευκό, κάτω από το χρώμα που έχει πάρει από τον ήλιο, μπράτσο της υπηρέτριας που το μεταφέρει. Πέρα από το μπράτσο και το χνούδι του, δεν καταφέρνω να τη δω. Ξαφνικά δεν αισθάνομαι καλά παρά μέσα σ' αυτόν το φρέσκο αέρα, ανάμεσα στο ψαθί κι εκείνες τις άσπρες λουρίδες που πλέκουν τα πανέρια, κι όπου χτυπιέμαι, άμοιρο ζωάκι, ανάμεσα σε δύο στάσεις που τις αισθάνομαι για τα καλά. Ανάμεσα στις στάσεις, ακουμπώ σε κάτι που μοιάζει με πάγκο και ακούω ομιλίες έξω από το πανέρι μου. Κοιμάμαι, ήσυχος, μέχρις ότου με σηκώσουνε ξανά.
ΤΙΠΟΤΑ δεν με αποκαλύπτει τόσο σε βάθος και τίποτα δεν ερμηνεύει με τόση πληρότητα την ουσία της έμφυτής μου δυστυχίας, όσο μερικά από τα όνειρά μου που υποθάλπω τρυφερά, βάλσαμο που μυστικά διαλέγω για να κατευνάσω την αγωνία του είναι.
Γι' αυτό, το όνειρο που αφήνω εδώ γραμμένο, είναι το καλύτερο ανάμεσα στα πιο αγαπημένα μου. Καμιά φορά το βράδυ, μέσα στο ήσυχο σπίτι, όταν οι ένοικοι έχουν φύγει ή μένουν σιωπηλοί, κλείνω τα παραθυρόφυλλα κι ύστερα από αυτά, τα βαριά εσωτερικά παντζούρια. Μέσα στο παλιό μου κοστούμι, βολεύομαι στο βάθος της πολυθρόνας μου, κι αφήνομαι να ονειρευτώ πως είμαι ένας συνταξιούχος ταγματάρχης σ' ένα επαρχιακό ξενοδοχείο, καθισμένος μετά το βραδινό παρέα μ' έναν άλλον - συνδαιτυμόνας αργοπορημένος που ξέμεινε χωρίς αιτία.
Φαντάζομαι πως έχω γεννηθεί έτσι: δεν μ' ενδιαφέρει η νεότητα του ταγματάρχη, ούτε οι βαθμίδες της στρατιωτικής ιεραρχίας που χρειάστηκε να ανέβει για να φτάσει στο δικό μου όνειρο. Ανεξάρτητα από το Χρόνο και τη Ζωή, ο ταγματάρχης που φαντάζομαι πως είμαι δεν είχε καμία προηγούμενη ζωή, δεν έχει κι ούτε είχε ποτέ του οικογένεια - υπάρχει για πάντα στη ζωή αυτού του επαρχιακού ξενοδοχείου, κουρασμένος από τα ανέκδοτα που οι σύντροφοί του διηγούνται για να περάσει η ώρα.
3
ΠΑΕΙ πολύς καιρός που δεν γράφω. Έχουν περάσει μήνες που δεν ζω, απλά διαρκώ μεταξύ γραφείου και βιολογίας, με τις αισθήσεις και τις σκέψεις μου ενδόμυχα τελματωμένες. Δυστυχώς, ούτε έτσι βρίσκω ανάπαυση: ακόμη και μέσα στη σήψη γίνεται ζύμωση.
Πάει πολύς καιρός που όχι μόνο δεν γράφω μα ούτε καν υπάρχω. Μου φαίνεται πως σχεδόν δεν ονειρεύομαι πια. Οι δρόμοι είναι πια για μένα σκέτοι δρόμοι. Κάνω τη δουλειά του γραφείου συνειδητά και με προσοχή, δεν μπορώ όμως να πω και χωρίς να αφαιρούμαι: από πίσω, αντί να σκέφτομαι, κοιμάμαι - πάντα όμως πίσω απ' τη δουλειά είμαι κάποιος άλλος.
Πάει πολύς καιρός που δεν υπάρχω. Είμαι απολύτως ήσυχος. Κανείς δεν με ξεχωρίζει από αυτόν που είμαι. Με νιώθω τώρα να αναπνέω σαν να είναι κάτι που επιχειρώ για πρώτη φορά ή με μεγάλη καθυστέρηση. Αρχίζω να έχω συνείδηση πως έχω συνείδηση. Ίσως αύριο να ξυπνήσω μέσα μου και να ξαναπιάσω την πορεία της ύπαρξής μου από εκεί που την έχω αφήσει. Δεν ξέρω, αν έτσι, θα είμαι περισσότερο ή λιγότερο ευτυχισμένος. Δεν ξέρω τίποτα. Σηκώνω το κεφάλι μου του περιπατητή που είμαι, και βλέπω πως πάνω στο λόφο του Φρουρίου, το ηλιοβασίλεμα, από τα νώτα μου, φλέγεται σε δεκάδες παράθυρα, λαμπάδες ψηλές κρύας πυράς. Γύρω από αυτά τασκληρά φλόγινα μάτια, ο λόφος γλυκαίνει από το τέλος της ημέρας. Μπορώ τουλάχιστον να αισθάνομαι θλιμμένος και να έχω συνείδηση πως μ' αυτή τη δική μου θλίψη, διασταυρώνεται τώρα -όπως το βλέπω με την ακοή- ο ξαφνικός θόρυβος του τραμ που περνάει, οι φωνές των νεαρών που κουβεντιάζουν, το λησμονημένο βουητό της ζωντανής πόλης.
Πάει πολύς καιρός που δεν είμαι εγώ.
4
ΤΙΠΟΤΑ δεν είναι τόσο φορτικό όσο η αγάπη του άλλου - ούτε καν το μίσος του, γιατί το μίσος δεν είναι κάτι το συνεχόμενο όπως η αγάπη: σαν δυσάρεστο συναίσθημα, δημιουργεί σ' όποιον το αισθάνεται την ενστικτώδη τάση να το νιώθει λιγότερο συχνά. Πάντως, αγάπη και μίσος μας καταπιέζουν το ίδιο: και τα δυο μας ψάχνουν και μας βρίσκουν, δεν μας αφήνουν μόνους ποτέ.
Το ιδανικό θα 'ταν να τα ζω όλα αυτά μέσα από ένα μυθιστόρημα, και στη ζωή μου να αναπαύομαι- να διαβάζω τα συναισθήματά μου και να ζω μόνο την περιφρόνησή μου γι' αυτά. Για όποιον διαθέτει μια φαντασία υπερευαίσθητη, οι περιπέτειες κάποιου ήρωα ενός μυθιστορήματος εμπνέουν μια προσωπική συναισθηματική κατάσταση επαρκή, αν όχι παραπάνω, γιατί πρόκειται για συναισθήματα που ανήκουν εξίσου στον ήρωα και στον αναγνώστη. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη περιπέτεια από το να έχεις αγαπήσει τη λαίδη Μάκβεθ, με μια αγάπη αληθινή και άμεση, όποιος έχει έτσι αγαπήσει, δεν μπορεί να βρει ανάπαυση, αν δεν παραιτηθεί από κάθε άλλη αγάπη σε τούτη τη ζωή.
Δεν ξέρω τι νόημα έχει τούτο το ταξίδι που με αναγκάσανε να κάνω ανάμεσα σε μία νύχτα και μία άλλη νύχτα, συντροφευμένος από το σύμπαν ολόκληρο. Ξέρω πως μπορώ να διαβάζω για να διασκεδάζω το χρόνο μου. Θεωρώ την ανάγνωση τον απλούστερο τρόπο να κάνω ευχάριστο αυτό το ταξίδι, όπως και κάθε άλλο, πού και πού σηκώνω το βλέμμα μου από το βιβλίο όπου οι αισθήσεις μου λειτουργούν πραγματικά, και βλέπω σαν ξένος το τοπίο να φεύγει -κάμποι, πόλεις, άνδρες και γυναίκες, σχέσεις και νοσταλγίες- κι όλα αυτά δεν είναι για μένα παρά ένα επεισόδιο στην ανάπαυσή μου, μια αδρανής ψυχαγωγία καθώς ξεκουράζω τα μάτια μου από τις πολυδιαβασμένες σελίδες.
Μόνο στα όνειρά μας είμαστε αληθινοί, γιατί όλα τα άλλα, από τη στιγμή που πραγματοποιούνται, ανήκουν στον κόσμο και σ' όλους τους ανθρώπους. Αν κάποιο όνειρό μου έπαιρνε σάρκα και οστά, θα το ζήλευα, γιατί θα με είχε απατήσει επιτρέποντας στον εαυτό του να πραγματοποιηθεί. «Έκανα τις επιθυμίες μου πραγματικότητα», λέει ο αδύναμος και ψεύδεται, η αλήθεια είναι πως ονειρεύτηκε προφητικά ό,τι πραγματοποίησε η ζωή γι' αυτόν. Τίποτα δεν πραγματοποιούμε εμείς. Η ζωή μας πετάει στον αέρα σαν πετραδάκια, κι εμείς φωνάζουμε από κει πάνω: «Κοιτάτε πώς κουνιέμαι».
Ό,τι και να 'ναι αυτό το ιντερμέδιο που παίχτηκε κάτω από τον προβολέα του ήλιου και το σκηνικό των άστρων, δεν μας κάνει κακό να γνωρίζουμε πως δεν είναι παρά ένα ιντερμέδιο, αν πίσω από τις πόρτες του θεάτρου κρύβεται η ζωή, τότε θα ζήσουμε, αν κρύβεται ο θάνατος, θα πεθάνουμε, και το έργο θα παραμένει άσχετο με όλα αυτά.
Γι' αυτό ποτέ δεν νιώθω τόσο κοντά στην αλήθεια, τόσο σε βάθος μυημένος, όσο τις λίγες φορές που πάω στο θέατρο ή στο τσίρκο: ξέρω τότε πως επιτέλους παρακολουθώ την ακριβή απομίμηση της ζωής. Και οι ηθοποιοί, οι παλιάτσοι κι οι ταχυδακτυλουργοί είναι πράγματα σημαντικά και μάταια, όπως είναι ο ήλιος κι η σελήνη, η αγάπη και ο θάνατος, η πανώλη, ο λιμός κι ο πόλεμος για την ανθρωπότητα. Όλα είναι θέατρο. Κι αν θέλω την αλήθεια, ας ξαναπιάσω το μυθιστόρημά μου.
Subscribe to:
Comments (Atom)




